Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

AN...

AN...

Η ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΘΕΝ....

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

16 Σεπ 2007

ΣΟΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ


Βιογραφικό

Γεννήθηκε τη 1η Φλεβάρη 1853 στην Ερμούπολη Σύρου. Τις γυμνασιακές σπουδές του τις τέλειωσε στην Αθήνα. Προοριζόμενος για τον ιερατικό κλάδο αναγκάστηκε να ξενιτευτεί, στα 17 του στο Ταϊγάνι της Ρωσίας, κοντά σ' ένα θείο του σιταρέμπορα για να εντρυφήσει στα μυστικά του ...εμπορίου. Όμως (ευτυχώς) αποδείχτηκεν ακατάλληλος μέσα στο δίμηνο κι επέστρεψεν άρον-άρον στη πρωτεύουσα, που εργάστηκε σαν αντιγραφέας συμβολαίων. Πήρε μέρος και σ' ερασιτεχνικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα φοιτούσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου.
Συνεργάστηκε με ποικίλα πεζά κι έμμετρα, στα τότε περιοδικά της εποχής: "ΡΑΜΠΑΓΑ", "ΑΣΜΟΔΑΙΟ", "ΑΣΤΥ" & "ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ". Το 1883 εξέδωσε δική του σατιρική εφημερίδα, τον "ΡΩΜΗΟ", που όμως τον σταμάτησε για ένα χρόνο, για να δώσει πτυχιακές εξετάσεις. Η απόρριψη του (επίσης ευτυχώς) απ' αυτές τον έκαμε να εγκαταλείψει οριστικά κάθε βλέψη για πτυχίο και ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη σάτιρα. Ξανάβγαλε τον "ΡΩΜΗΟ" στις 2 Απρίλη 1883 και τον κυκλοφορούσε τακτικά μέχρι λίγο πριν τον θάνατό του, ως τις 17 Νοέμβρη 1918 -36 χρόνια κι 8 μήνες-, και για 1444 συνολικά τεύχη. Έγραψεν επίσης κι εύθυμα μονόπρακτα, που γνώρισαν μεγάλην επιτυχία.
Το 1873 γνώρισε τη Μαρία Κωνσταντινίδου -από τη Πόλη-, την ερωτεύτηκε και παρά τις αντίξοες -αρχικά- συνθήκες τη παντρεύτηκε το 1881. Ζήσανε μια θαυμάσια οικογενειακή κι ευτυχισμένη ζωή, αποκτήσανε 5 παιδιά, πράγμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, -κι όχι άδικα- ιδεώδες. Τύπος δειλός, μελαγχολικός, αφηρημένος, μετριόφρων, μύωψ, αλλά ευφυέστατος και λογιώτατος, άφησε πίσω του πολλά και θαυμάσια "ανέκδοτα". Παροιμιώδεις ήτανε οι καλλιτεχνικές του συγκεντρώσεις, στο σπίτι του, της Οδού Πινακωτών 15 (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη) και πολλάκις οι εφημερίδες της τότε εποχής, κάμανε στην άκρη σημαντικά γεγονότα, για να αφιερώσουνε πεντάστηλα, καλύπτοντας τέτοια ...δρώμενα.
Συμπαθέστατος κι εκτιμώμενος απ' όλους προτάθηκε το 1908, για το βραβείο Νόμπελ, με την πρόθυμη πρωτοβουλία και της Βουλής. Το 1911 τιμήθηκε με τον Χρυσούν Σταυρό Του Σωτήρος. Πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919, σ' ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού παρακαλώ. Η Πολιτεία τονε βράβευσε μετά θάνατον και με τον Ταξιάρχη Του Σωτήρος. Στον τάφο του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, στήθηκε προτομή του, έργο του γλύπτη Ν. Γεωργαντή κι άλλη μια στήθηκε στην είσοδο του Ζαππείου, έργο του γλύπτη Γ. Δημητριάδη.
_____________________________________

Λίγο Μελάνι... *

Λίγο μελάνι και χαρτί και λίγοι πάλι στίχοι
είναι το μόνο δώρο μου οπού θα σου χαρίσω...
Καλά που μου 'δωσε κι αυτούς η ακριβή μου τύχη,
γιατί αλλιώς δε θα 'ξερα πως να σε χαιρετήσω.

Ως τώρα άλλο τίποτα απ' το δικό μου χέρι,
παρά πολλούς νερόβραστους και κρύους στίχους είδες.
Αλλά κι οι στίχοι που και που, καμμιά φορά, ποιος ξέρει,
αν έχουν δώρα ζηλευτά και ζωντανές ελπίδες.

Οι ευτυχίες που 'ψαλλα τόσες φορές για σένα
αν έξαφνα φτερούγιζαν με την αυγή μπροστά σου,
θα έβλεπες τι είχανε οι στίχοι μου κρυμένα
κι άλλη χαρά δε θα 'θελε στο κόσμο η καρδιά σου.

* το ποίημα τούτο έκαμε δώρο τη πρωτοχρονιά του 1878, στη μετέπειτα γυναίκα του Μαρία.

Στη Γυναίκα Μου **

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Κι αν με σε κακιώνω στη κακή μου ώρα
κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά,
μου αρέσει να 'χω και ολίγη μπόρα,
μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

Δίχως πείσμ' αγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα.
Βάστα μου, γυναίκα, μούτρα σοβαρά
και κλωστή σου κόβω, κάκια σου κρατώ,
επειδή νομίζω πως καμμιά φορά
κι η πολλή μπουνάτσα φέρνει εμετό.

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Σ' αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη
κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμμιά,
πάντα όμως κτήμα ιδικό σου μένει
η καρδιά μου όλη και ...η ασχημιά.

** Αξίζει ν' αναφερθεί εδώ το πως γνωρίστηκαν. Η Μαρία με τη μητέρα της έφτασαν από τη Πόλη για να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές της στην Αθήνα κι έπειτα, -προσυμφωνημένο με τη μητέρα και τον προστάτη τους Εμμ. Ροδοκανάκη-, να μεταβούν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας για περαιτέρω σπουδές. Στην Αθήνα μένανε σε κάποιο σπίτι που είχε μια κάμαρη κι ο νεαρός 20άχρονος φοιτητής τότε, Σουρής. Εκείνος ανέλαβε να προγυμνάσει στα μαθήματα, τη μικρή 14χρόνη Μαρία. Γρήγορα μεταξύ τους αναπτύχθηκεν αίσθημα και μια μέρα ο Σουρής έγραψε πάνω σε τετράδιό της: "Σ' αγαπώ", έλαβε από κάτω την απάντησή της: "Κι εγώ"! Ευτυχώς το αίσθημα έχαιρε της εγκρίσεως της μητρός της που συμπαθούσε τον νεαρό. Όταν όμως τέλειωσεν η μικρή το Γυμνάσιο κι έπρεπε να γίνουνε τα προσυμφωνημένα, τα πράματα είχαν αλλάξει κι όταν πληροφορήσανε τον Ευεργέτη, εκείνος θύμωσε κι απέσυρε την αρωγή του. Η μικρή δεν αποκαρδιώθηκε. Παραδίδει μαθήματα γαλλικής κι ελληνικής στα κορίτσια φιλικών σπιτιών, ενώ η μητέρα της διορίζεται προϊσταμένη στο τμήμα πωλήσεων των Απόρων Γυναικών. Ο δειλός Σουρής παρηγορεί την αγαπημένη του λέγοντας: "Μη μου στεναχωριέσαι Μαρί μου" -έτσι την έλεγε πάντα-, "έχε μου εμπιστοσύνη και κάτι θα γίνω κι εγώ μια μέρα". Τελικά παντρευτήκανε μετά λίγα έτη -στις 30 Γενάρη 1881- και μια διαρκής τρυφερότητα, μια βαθύτατη εκτίμηση κι αγάπη, τους συνέδεσε. Εκείνη του στάθηκε πρότυπο αφοσιωμένης συζύγου-συντρόφου, προστάτις και μούσα του. Είχε μεγάλου βαθμού ανεπτυγμένο αίσθημα κοινωνικής και ψυχικής αξιοπρέπειας. Ήταν μητέρα αυστηρή και μαζί στοργική, οικοδέσποινα εκλεκτή προσιτή και συγκαταβατική. Αγαπούσε τον άντρα της σα μεγάλο παιδί -ο Στρατήγης έγραψε κάποτε πως η Μαρί μεγάλωσεν 6 παιδιά- κι ο θάνατός του υπήρξε το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής της. Έζησεν έκτοτε σε μιαν αξιοπρεπή μόνωση. Λιγοστοί άνθρωποι της τέχνης, απο κείνους που άλλοτε φαίδρυναν το φιλολογικό τους σαλόνι, περνούσαν κάποτε να τη δούνε. Η ίδια δε, ζούσε με τις αναμνήσεις της εποχής της, ώσπου πέθανε στις 23 Απρίλη 1934. Ο Παύλος Νιρβάνας έγραψε την επομένη του θανάτου της:
"Ο Σουρής, θα ήτο ως χθες εις τον παράδεισον των ποιητών, ως ένα χαμένο αποπλανημένο παιδί... θα τη ζητούσε διαρκώς 'που είσαι Μαρί, Μαρί μου που είσαι;' όπως κι εις την ζωήν του. Τώρα δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να πενθήση δια τον θάνατόν της ή να χαρή δια την ευτυχίαν του ποιητού. Η Μαρί του είναι πάλι κοντά του"!

Οι Ήρωες


Μέσα σε βόλια κι οβίδων κρότους
έπεσαν νιάτα μες στον ανθό τους.
Πάνε λεβέντες, πάνε κορμιά
κι άγνωστα τα 'θαψαν στην ερημιά.

Κανείς δε ξέρει που τα 'χουν θάψει,
κανείς δε πήγε για να τα κλάψει,
κανείς δεν έκαψε γι' αυτά λιβάνι,
κανείς δεν έπλεξε γι' αυτά στεφάνι.

Ανώνυμ' ήρωες, άγνωστοι τάφοι,
κανένας όνομα σ' αυτούς δε γράφει,
μήτε το χώμα τους φιλούνε χείλη,
σταυρό δεν έχουνε μήτε καντήλι.

Μόνο μιας κόρης μαργαριτάρια
κυλούν σε τάφους που κάποια μέρα
θα γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
και φάροι Νίκης για μια μητέρα.

Στον Ίσκιο Μου


Βρε ίσκιε μου γιατί μ' ακολουθείς;
Δε μ' αφήνεις μόνο μου να τρέχω;
Βρε ίσκιε μου, δε πας να μου χαθείς,
πρέπει κι εσένα σύντροφο να έχω;

Πότε στραβό σε βλέπω πότε ίσο,
πότε μακρύ σα σούβλα, πότε νάνο,
τη μια πηγαίνεις μπρος, την άλλη πίσω
σε απαντώ εδώ, εκεί σε χάνω.

Χωρίς να βλέπεις, πιάνεις ότι πιάνω,
με οδηγείς αλλά και σ' οδηγώ.
Και τέλος πάντων κάνεις ότι κάνω
και είσαι άλλος, δεύτερος, εγώ.

Βρε ίσκιε μου, γιατί μ' ακολουθείς;
Βρε ίσκιε μου δε πας να μου χαθείς...
Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο
και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.

Η Ζωγραφιά Μου

Μπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Κούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Μακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σα το Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.

Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σα πεθαμένη.

Κανένα χρώμα
δε της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.

Ο Ρωμιός Στον Παράδεισο

Θεούλη μου, τι σου 'λθε να μ' αγιάσεις;
νομίζεις πως θα μ' έμελλε καθόλου,
αν ήθελες κι εμένα να κολάσεις
και μ' έστελνες παρέα του διαβόλου;
Μ' αρέσει ο Παράδεισος, αλήθεια,
χωρίς δουλειά σκοτώνω το καιρό
βλέπω αγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ακούω και τραγούδια θεϊκά,
μα, έλα που δεν έχετε συνήθεια,
να λέτε κι ένα δυο πολιτικά!

Συ κυβερνάς για πάντα με γαλήνη
κι ώρα απ' το θρόνο σου δε πέφτεις...
Ας ήταν δυνατόν Θεός να γίνει
και άλλος σαν εσένα, λίγο ψεύτης,
να μοιρασθεί των ουρανών τ' ασκέρι,
να πάνε και μ' εκείνον οι μισοί,
να 'ρχεται αυτός, να πέφτεις συ,
να γίνεται λιγάκι νταραβέρι...
Μα όλα εδώ είναι τακτικά,
ο ουρανός Θεό εσένα ξέρει,
και δε μιλούν πολιτικά!

Εδώ που μ' ησυχία όλοι ζούνε,
για μένα είναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικά τ' αυτιά μου ας ακούνε,
κι ας είμαι και στη κόλαση, χαλάλι!
Αν είχες εις το νου να με κολάσεις,
και μ' έφερες κοντά σου για ποινή,
να! κόλαση για 'με αληθινή...
Μα, φθάνει πια, Θεέ μου, μη με σκάσεις,
και διώξε με στο λέω παστρικά,
γιατί αλλιώς στιγμή δε θα 'συχάσεις...
Μονάχος θα μιλώ πολιτικά!

Εις Τα Θεμέλια Του Φρενοκομείου

(Το φρενοκομείο χτίστηκε με κληροδότημα του Χίου φιλάνθρωπου Τζωρτζή Δρομοκαΐτη (που πέθανε το 1880) έξω από την Αθήνα, κοντά στη Μονή Δαφνίου, γι' αυτό πολλοί το λένε και "Δαφνί". Ο Σουρής δεν άφησε την ευκαιρία που του 'δινε το γεγονός και το ...καυτηρίασε δεόντως... Απρίλης 1884)

Ω Εορτή των Εορτών... Ω ευτυχής ημέρα!
Ω! τώρα πρέπει ο καθείς του 'Αστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μια χρυσήν επιγραφή "Ζωρζής Δρομοκαΐτης".
Ναι! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες,
ναι! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες.

Φρενοκομείο κτίζεται και στη σοφήν Ελλάδα!
α! ο Θεός εφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στου Δαφνιού τη τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι η μνήμη του θα ζει.
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων!
Ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων!

Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αυτός ο κληροδότης,
παιάνας κι αποθέωσιν εις τρίτους ουρανούς!...
Ευρέθη μες στους Χιώτηδες, με γνώση κι ένας Χιώτης,
κι εσκέφθη ο μεγάλος του και πρακτικός του νους
πως μέσα στην Ελλάδα μας που πλημμυρούν τα φώτα,
Φρενοκομείον έπρεπε να γίνει πρώτα-πρώτα.

Το Παραπαίον Γήρας

Τας τρίχας άσπρης κεφαλής
σκοπόν τας έχουν προσβολής
κι ειν' εμπαιγμός της μοίρας
το παραπαίον γήρας.

Όπου το πόδι μου σταθεί
και όπου περπατήσω
σιγά-σιγά μ' ακολουθεί
ο χάρος από πίσω.

Αυτό το έρημο κορμί
το τριγυρίζουν σκύλοι
και "χόρτασες κι εσύ ψωμί"
μου λεν εχθροί και φίλοι.

Ως φάσμα τρέχω της νυκτός
μακράν του δρώντος κόσμου
και όπου τάφος ανοικτός
μου φαίνεται δικός μου.

Και Όμως!

Και όμως ενώ πλέον
εσάπισα παλαίων
εις της ζωής τη πάλη
το γήρας το μισώ
και θέλω και λυσσώ
να γίνω νέος πάλι.

Τεμπελιά


Δεν έχω κέφι για δουλειά,
πάλι με δέρνει τεμπελιά
και κάθομαι στο στρώμα...
Βρίσκω το σώμα μου βαρύ
και ολ' η γη δε με χωρεί
κι ο ουρανός ακόμα.

Κακά νομίζω τα καλά
και βλέπω μια στα χαμηλά
και μια κοιτώ επάνω...
Σ' αυτό τον κόσμο τον χαζό
ας ημπορούσα να μη ζω
μα ...δίχως να πεθάνω.

Επιγράμματα


(δέστε στο ανάλογο αφιέρωμα στη Διασκέδαση.)

...............................................................................

Aνέκδοτα Από Τη Ζωή Του:


Κάθε μέρα σχεδόν δέχονταν στο σπίτι τους, όλη την αφρόκρεμα του τότε φιλολογικού χώρου. Μέσα λοιπόν σε τούτο το σαλόνι, -αλλά κι αλλού- συχνά συνέβαιναν διάφορα και μερικά εκ των οποίων θα τα μεταφέρω εδώ γιατί πραγματικά πιστεύω πως αξίζουνε τον κόπο.

1). πνευματιστικές συνεδριάσεις: Αφορμή για να ξεκινήσουνε στάθηκε η απώλεια ενός μάρσιπου περιέχοντος επιτραπέζια σκεύη, γεγονός μάλιστα που ο Σουρής τραγούδησε σε στίχους:
Ω τεθλιμένη σύζυγος και τέκνα προσφιλή

του ταλαιπώρου Έλληνος και βλάμη Φασουλή
ο δυστυχής μας μάρσιπος εχάθη δια πάντα
και τόσα επροκάλεσε περίεργα συμβάντα
και τώρα σας πληροφορώ πως από 'δω και πέρα
σερβίτσια πια δε θα 'χωμε να κάνουμε βεγγέρα.
ούτε σαν πριν θα δίνουμε στο σπιτικό μας μπάλους
στα σερκλ-Ανγκλαί, στα ντιστεγκέ και σ' όλους τους μεγάλους.
Αποφάσισε λοιπόν να καταφύγει στις μαντικές επινεύσεις των ...πνευμάτων. Η συντροφιά τοποθετήθηκε γύρω από το μαγικό τραπεζάκι, σκοτεινά κι ακούμπησε τα δάχτυλά της, περιμένοντας το πνεύμα του ...του Βίκτωρος Ουγκώ, που από συναδελφική αλληλεγγύη θ' αποκάλυπτε τον κλέφτη του μάρσιπου. Αλλά ο Γάλλος ρομαντικός -πιθανώς γιατί ο Σουρής δεν ήτο κατάλληλα προετοιμασμένος και καθαρμένος-, δε φάνηκεν αντάξιος των ... προσδοκιών.
................................. αρχίζω να βογγώ

κι εξαίφνης εμφανίζεται ο ποιητής Ουγκώ.
Περί μαρσίπου τον ρωτώ εν πάσει ψυχραιμία,
αλλ' ου φωνή κι ακρόασις κι απάντηση καμμία.
Τον ερωτώ και δεύτερον με βλέμμα σκυθρωπόν
κι εκείνος αλά Γαλλικά το στρίβει σιωπών.
Ξαναβογγώ λοιπόν κι εγώ και να σου ο Σαιξπήρος,
μου λέγει δε, πως ένδοξος ως ποιητής θα γίνω,
και μετά θάνατον κι εγώ αθάνατος θα μείνω
κι ουδέ να χάνομαι ποσώς για μία παλιοτσάντα,
αφού θα στήσει κι εις εμέ το Έθνος ανδριάντα.
Αλλ' ο Σουρής επέμενε για τα χαμένα μαχαιροπήρουνα κι ο μεγάλος δραματουργός ερεθίστηκε και ...
Δίχως καν μια λέξη να προφέρει

σηκώνει κατεπάνω μου το φοβερό του χέρι
κι ενώ αργά εσήμαινε το εκκρεμές τρισήμισυ,
μου έδωσ' ένα φάσκελο να το 'χω για ενθύμηση.
Το "τραπεζάκι" έγινεν από τότε η τακτική τους απασχόληση. Προσπάθησαν μάλιστα να επαναλάβουνε τα πειράματά τους και με το ...μεγάλο τραπέζι της κουζίνας. Οι κρότοι ήτανε τόσο δυνατοί που ακουγόντανε στο δρόμο. Η γειτονιά είχεν αναστατωθεί κι ονόμασε το σπίτι, "σπίτι των φαντασμάτων"!
Μια φορά, το πνεύμα του ...Τολστόϊ τους ανήγγειλε πως σε ορισμένο σπίτι της οδού Καποδιστρίου, πέθαινε κείνη την ώρα, Ρώσος ιερέας, που 'χεν ανάγκη βοηθείας. Μερικοί τρέξαν εκεί κι όντως εξακρίβωσαν πως υπήρχε Ρώσος παπάς, που όμως ήτο θαυμάσια στην υγεία του και μάλιστα τους κυνήγησεν άσχημα, γιατί του χαλάσανε τον ύπνο.
Ο Κωνσταντίνος Μάνος, καλούσεν επί πολλήν ώρα τα πνεύματα των συγγενών του, Φαναριωτών. Αλλά κι ο Στρατήγης ανυπομονούσε να μάθει για κάποιο θείο του Σωτήρη, που πνίγηκε και θυμωμένος από την ανυπομονησία, στράφηκε στον Μάνο με τραχύτητα:
-"Εξαντλήσατε, τέλος πάντων, το γενεαλογικόν σας δένδρον για να ρωτήσουμε κι εμείς τους συγγενείς μας"; Αν δεν παρέμβαινε ο Δαμβέργης, μ' ένα λογοπαίγνιο που 'φερε γέλια, θα μπορούσανε και να 'χανε μαλώσει σοβαρά.
'Αλλοι πίστευαν με φανατισμό κι άλλοι, όπως ο Σουρής, απλά διασκέδαζαν και φυσικά, γινόντουσαν πολλές πλάκες σκηνοθετημένες και μη. Πάντως η φήμη των συγκεντρώσεων αυτών ήτανε τέτοια, που κάποτε, ήρθε ειδικώς από τη Κόρινθο κι ένας δικολάβος που 'χε τη μονομανία ν' αναζητά χαμένους θησαυρούς. Το "τραπεζάκι" του υπέδειξεν ένα υπόγειο στα Γαυγάμηλα της ...Ασσυρίας.
Τελικά είχανε πάρει τέτοιαν έκταση που όπως προείπα, οι εφημερίδες παρέκαμπταν τα κοσμικά, για να καταγράφουνε τα δρώμενα στο σαλόνι του Σουρή. Το ...κακό σταμάτησεν αργότερα, όταν με τη παρέμβαση γιατρών τρομάξανε πως θα καταλήξουνε στο Δρομοκαΐτειο.
2). ανέκδοτά του: Η μυωπία του ήταν μια από τις αιτίες της φυσικής του δειλίας. Δε τολμούσε να μπει σε καφενείο με κόσμο, δίσταζε να διασχίσει τον δρόμο, τρόμαζε να περάσει ανάμεσα από καρέκλες και πάγκους. Στο στρατό απαλλάχτηκε, γιατί κάνοντας μεταβολή, λίγον έλειψε να βγάλει το μάτι του αξιωματικού του με τη ξιφολόγχη. Συχνά χαιρετούσε στ' ανοιχτά παράθυρα, αιγινήτικα κανάτια, που τα νόμιζε για γειτόνισσές του.
Κάποτε τονε γρατζούνισεν άσχημα η γάτα του, κοιμισμένη στον καναπέ, γιατί τηνε πέρασε για ...εφημερίδα και την άρπαξε να τη ...διαβάσει. Εξ ίσου συχνά νόμιζε τους ρασοφόρους σπουδαστές της Ριζαρείου, για μαυροφορεμένα κορίτσια του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου κι έψαχνε κάτω από το ράσο με τα μάτια του να δει λιγάκι γάμπα, που ήταν η αδυναμία του.
Στη γιορτή του, αγαπούσε να δέχεται για δώρα, γλυκά, αντίθετα τον εκνεύριζε να του στέλνουνε λουλούδια:
-"Για πριμαντόνα με περάσανε" θύμωνε!
Κάποτε αποφάσισε να πάει για λουτρά στη Κυλλήνη. Κουβάλησεν ένα τεράστιο μπαούλο, στο οποίον όμως είχε βάλει μέσα μόνον ένα νυχτικό και μια ...τσατσάρα. Στο γυρισμό μάλιστα, ξέχασε το νυχτικό και επέστρεψε κουβαλώντας τη ...μπαουλάρα με τη τσατσάρα μόνο μέσα της!
Κάποτε ο Σκουλούδης είπε στον Σουρή, έχοντας υπ' όψη του την ευρύτατη κυκλοφορία του "ΡΩΜΗΟΥ" που όμως πουλιότανε φτηνά:
-"Αν είχατε γεννηθεί Γάλλος, θα ήσαστε εκατομμυριούχος".
Κι ο Σουρής απάντησεν ετοιμόλογα:
-"Καλύτερα θα ήταν αν οι Γάλλοι είχανε γεννηθεί ...Έλληνες".

Ο ΡΩΜΗΟΣ

"Στον καφενέ απ'έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
τού ήλιου τίς ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κυττάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μιά καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφίνω το καπέλλο, και αρχινώ με τόνο
τούς υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός! τί φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καιμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τίς βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραίσκο
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τίς πω.

Στον καφετζή ξεσπάνω...φωτιά και κείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος δεν πληρώνω...δεκάρα τον καφέ!"

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 μέσα από τις σελίδες του "Ρωμηού"

Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς - που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Αυτό που εντυπωσιάζει τον σημερινό αναγνώστη, πέρα από την αβίαστη ροή του στίχου του Σουρή, είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένες καταστάσεις και χαρακτηριστικά των Ελλήνων.

Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.




Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα.

-- Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.

-- Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη

-- Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
και στου Συλλόγου "Παρνασσού" εφώναξε το βήμα
πως την Ελλάδ' αθάνατος την περιμένει χρόνος
κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ' από κάθε μνήμα.
Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
εφώναξα με τους λοιπούς "Βαρόνε, μπράβο μπράβο",
και λόγ' ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
(…)
Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη
προθύμως θα ξοδέψωμε γι' αυτό το πανηγύρι.
Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ' εκείνον θα τους δώσωμε.
Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.

και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:

πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
κι αμέσως παίρνει δρόμο
και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
κι όλοι φωνάζουν "ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα"
(…)
Αλλ' όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
που παίζουν Καραϊσκο,
να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
προπάντων δε στον Δίσκο.
(…)
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο.

Οικονομικά προβλήματα

Οσο κι αν η διοργάνωση εκείνων των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σπαρτιατική σε σύγκριση με τον σημερινό γιγαντισμό, το οικονομικό κόστος ήταν υπερβολικό για την ελληνική οικονομία. Μια λύση (που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα!) αποτελούσαν οι ευεργέτες. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απευθύνει επιστολή στον Αβέρωφ, ο οποίος προσφέρεται να καλύψει τα έξοδα για την επιμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, και ο Φασουλής του Σουρή σατιρίζει στο φύλλο 507 του Ρωμηού (8 Απριλίου 1895).

Προς τον Αβέρωφ επιστολή
του κακομοίρη του Φασουλή

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να κουτουλήσ' η δόξα μας με τ'άστρα τ' ουρανού
κι όταν κοτζάμ Διάδοχος σου γράφη κοπλιμέντα
κι όλος Υμέτερος προς σε δια παντός πως μένει,
άνοιξε το κεμέρι σου χωρίς πολλή κουβέντα
κι ας είναι κάθε λέξις του ακριβοπληρωμένη.

Του κράτους την υπόληψιν θέλεις δεν θέλεις, σώσε,
αν δε και γράμμα δεύτερον σου στείλουν ως το πρώτον,
ας πάει το παλιάμπελο κι ό,τι κι αν έχεις δώσε
προς χάριν των Αγώνων μας και της μητρός των φώτων.

Κι αν των Αγώνων η πομπή και σε χρεωκοπήσει
αλλ' όμως μυριόστομος, Αβέρωφ, θα σαλπίσει
κι εις Δύσιν κι εις Ανατολήν η φήμη τ' όνομά σου
και θα καυχάσαι διαρκώς για το κατόρθωμά σου.

Κι αν καταντήσεις να μας λες με τον ντορβά στον ώμο
"δώστε στον ευεργέτη σας δυο ψίχουλα ψωμιού"
αλλ' όμως θα σε δείχνωμε μ' ευλάβεια στον δρόμο
κι έτσι το στόμα θα μιλεί του καθενός Ρωμηού:
"Βλέπεις αυτόν τον φουκαρά, που με ντορβά γυρίζει
και κρυφομουρμουρίζει
για την κακή κατάντια του και τον πικρό καημό του;…
Κροίσος ελέγετο ποτέ κι είχ' ευεργέτου πόζα,
αλλ' όμως ο Διάδοχος τον πήρε στον λαιμό του
με γράμματα Βασιλικά πολύ κοπλιμεντόζα,
κι απεμαρμάρωσε λαμπρώς τα Στάδια προγόνων
και θύμ' απέμειν' ένδοξον αρχαϊκών αγώνων."

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να σκούξωμ' έξω νου
Η ψωροκώσταινα πατρίς και πάλιν κοκορεύεται,
άσβεστος κρύπτεται πυρά στης δόξης το καμίνι,
και Στάδια μαρμάρινα κι αγώνας ονειρεύεται
αν κι εκ της πείνας μάρμαρο προώρισται να μείνει.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τρικούπη έχει πέσει και την εξουσία έχει αναλάβει ο Θεόδ. Δηλιγιάννης. Η κατάσταση της οικονομίας προχωρεί προς το χειρότερο, και ο Σουρής αναφέρεται εν παρόδω συχνά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο φ. 524 (21 Οκτωβρίου 1895), όπου εμφανίζει τον βασιλιά της Πορτογαλίας να λέει τα ακόλουθα στον βασιλέα Γεώργιο:

Φαντάζομαι το κράτος σου Παράδεισον επίγειον
και δίχως ισοζύγιον
σφοδρός δε πόθος, αδελφέ, με διαφλέγει τώρα
να φύγω απ' εδώ
και την φυλήν να δω,
που δεν χαλά το κέφι της των δανεικών η ψώρα,
κι Αγώνας Ολυμπιακούς
στο μέλλον ετοιμάζει,
αλλά κι εκείνους δανεικούς
κι ο κόσμος την τρομάζει.

Οι αγώνες

Φτάνει επιτέλους η μέρα της έναρξης των Αγώνων, η 25η Μαρτίου 1896. Παρά τη μικρή αριθμητικά συμμετοχή τους, οι Αμερικανοί κατακτούν τα περισσότερα χρυσά μετάλλια, ενώ η Ελλάδα έρχεται δεύτερη. Σχολιάζει ο Σουρής στο φύλλο 547 του Ρωμηού (30 Μαρτίου 1896):

Υμνους αναξιφόρμιγγας, βρε Περικλή, θα ψάλω
και δι' Αγώνας διεθνείς τον σβέρκο μου θα βγάλω.
Τίνα μεγάλον ήρωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;
ελάτε βάρη ν' άρωμεν, ελάτε να πηδήσωμεν,
και να παρακαλέσωμεν με δίσκους εις το χέρι
Αβέρωφ τον περίδοξον να λύσει το κεμέρι,
κι ολάκερο το Στάδιο μαρμάρινο να κάνει
για ν' αλωνίζουν Κόννολυ και Φλακ κι Αμερικάνοι.
(…)
Ποία ρώμη, ποίον νείκος!…
θέλεις άλμα κατά μήκος,
θέλεις άλμα κατά πλάτος;
πρώτος και τα δυο τα κάνει
και κερδίζει το στεφάνι
Θοδωρής ο κορδονάτος.
(…)
Αν ρωτάς και για τη σφαίρα
πρώτος είναι κι εκεί πέρα,
κι όταν δανεισταί τον δουν
εις το χέρι να την πάρει,
τρέμουν μην την αμολάρει
και τα γένεια των μαδούν.

Πιο κάτω, ο Σουρής σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους αγώνες ο μέσος Έλληνας:

Αγώνες, που ξετίναξε καθένας τα χαλιά του
και ξένους επερίμενε την τύχη του να κάνει,
Αγώνες, που παραίτησε καθένας τη δουλειά του
και με πηλάλες δυνατές στον Μαραθώνα φθάνει.
Αγώνες, που κατήντησε η των προγόνων δόξα
για τους συγχρόνους λόξα,
Αγώνες, που μας ζούρλανε το τόσο μας ονόρε
και κόσμος πάει κι έρχεται στης Αθηνάς το φιόρε,
Αγώνες, που δεν βρίσκεται κανείς να σωφρονίσει
της ράτσας της Ρωμαίικης τ' ακράτητα παιδιά,
Αγώνες, οπού νόμισαν και στο Βαθρακονήσι
πως θα νοικιάσουν κάμαρες δυο λίρες την βραδυά.
Αγώνες, οπού πίστεψαν πολλοί μες στην Αθήνα
ότι μονάχα τό'ν'αυγό θα πάει μια στερλίνα,
Αγώνες, που πτερώνεται το φρόνημα του γένους
κι οι γάτες κάνουν άλματα ψηλά στα κεραμίδια,
Αγώνες, οπού φύλαξαν καμπόσοι για τους ξένους
τα ψάρια των, τα χάβαρα, τις πίνες και τα μύδια.
Αγώνες, πούδειξε μικρό τον κάθε κουνενέ
η γη μας η μεγάλη
κι ο Πύργος διεσπάθισε τον Γάλλον Περρονέ
μεθ' όσης τέχνης άλλοι
διασπαθίζουν φανερά
των φουκαράδων τον παρά.
Αγώνες, που κουνήθηκε και τούτο το ρημάδι,
που πρώτος ο Καρασεβντάς εβγήκε στο σημάδι,
κι εις όλους άναψε σεβντά το γέρας του κοτίνου
κι ας βάλη το χεράκι της η Παναγιά της Τήνου.
(…)
Αγώνες, που με σώματα παρέστημεν ακμαία
κι εθάμβωσε μισέλληνας η πάγκαλος αλκή μας,
μα πάντ' Αμερικάνικη σηκώνετο σημαία
μ' ελπίδα πως θα σηκωθεί στο μέλλον κι η δική μας.
Αγώνες, οπού λύσσαξαν τα ξένα τα σκυλιά
και τον μπελά μας βρήκαμε με τους Αμερικάνους,
μα βάλαμε της φίλης μας Ευρώπης τα γυαλιά
και τους δευτέρους πήραμε περιφανείς στεφάνους.

Παρά τα πολλά ελληνικά χρυσά μετάλλια, οι θεατές ήταν απογοητευμένοι επειδή δεν είχαμε κερδίσει καμιά πρώτη νίκη σε αγωνίσματα στίβου. Στο τελευταίο αγώνισμα, τον Μαραθώνιο, ήρθε ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη να αναπτερώσει το φρόνημα όλων, και ο Σουρής προλαβαίνει να τυπώσει στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου τη χαρμόσυνη είδηση:

Τελευταία ώρα
με μεγάλη φόρα

Τον νικητήριον χορόν και συ, "Ρωμηέ" μου, σύρε…
τον δρόμον τον περίδοξον, που χίλιους δούλους κάνει,
Αμαρουσιώτης κρατερός, ο Λούης τον επήρε,
κι ολόκληρον το Στάδιον φρενήρες εξεμάνη.
Ύμνους Πινδάρου σήμερον ο Λούης ας ακούσει…
Ζήτω το Γένος, ο Λαός, το Στέμμα, το Μαρούσι.

Οι Αγώνες πέρασαν γρήγορα, μόλις και μετά βίας διάρκεσαν 10 μέρες. Κατα σύμπτωση, την ίδια σχεδόν στιγμή των πανηγυρισμών για τη νίκη του Λούη, φτάνει στην Αθήνα η είδηση του θανάτου του Χαριλάου Τρικούπη στις Κάννες. Μετά την ήττα του στις εκλογές, ο μεγάλος πολιτικός είχε απογοητευμένος εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η πρώτη σελίδα του επόμενου φύλλου (548) του Ρωμηού κοσμείται ολόκληρη από την εικόνα του εκλιπόντος μέσα σε μαύρο πένθιμο πλαίσιο. Ωστόσο, οι εσωτερικές σελίδες σχολιάζουν τον απόηχο της νίκης του Λούη, που δεν έχει ακόμα κοπάσει…

μα τώρα νενικήκαμεν και δεν με μέλει δράμι
αν μια για πάντα της Βουλής κλεισθεί το Παρλαμέντο
κι αν κάνωμ' εκατό φορές καινούργιο φαλιμέντο.
--Μέσα σε τούτη την κοινή Μαραθωνομανία,
οπού καθείς φρενιάζει,
κι εμένα δεν με νοιάζει,
αν παν οι παλιο-Βούλγαροι μες στην Μακεδονία.
Εμπρός στον Μαραθώνιον Βουλγάρους ποιος κοιτά;
κι αν νέος Ξέρξης στρατιάς στον Μαραθώνα στείλει,
αλλ' όμως κάποιος θα βρεθεί με πόδια δυνατά
να σπεύσει την επιδρομήν εγκαίρως ν'αναγγείλει.

και πιο κάτω, ο Σουρής απευθύνεται στον Λούη, λέγοντάς του:

Ψάλλω κι εγώ ευγνώμων
τον Μαραθωνοδρόμον

Ω νικητών απόγονε κι Αμαρουσίου θρέμμα,
έστεψε τους θριάμβους σου το θριαμβεύον Στέμμα,
Διάδοχοι και Πρίγκηπες σ' επήραν αγκαλιά,
ξένες περιηγήτριες σ' εχόρτασαν φιλιά,
κι ίσως, λεβέντη χωρικέ και πρώτο παλληκάρι,
καμμία Μις παράξενη θελήσει να σε πάρει.
(…)
μα συ γι' αυτά κι αυτά
μη δίνεις δυο λεφτά.

Άκου με φλέγμα στωικόν το τι καθείς σου ψάλλει
και μην αφήνεις το τσαπί
για ν' αποδείξεις, τσελεπή,
πως έχεις σαν τα πόδια σου γερό και το κεφάλι.

Το κάθε θάμα τρεις ημέρες και το μεγάλο τέσσερις, λέει ο λαός μας. Έτσι, τόσο η νίκη του Λούη, που έγινε και παροιμιώδης έκφραση, όσο και ο θάνατος του Τρικούπη, έφυγαν μοιραία από το προσκήνιο της επικαιρότητας και από τις σελίδες του Ρωμηού. Εναν χρόνο αργότερα, η χώρα γνώριζε την ατιμωτική ήττα του '97. Οι Αγώνες δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα…

Από τον Φασουλή φιλόσοφο του Γ. Σουρή

Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ . .
τί άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Αν κι ήτο Βασιλέως Κραταιοτάτου θρέμμα
εμούντζωσε τον θρόνον, εμούντζωσε το στέμμα,
και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν
κι εδίδασκε τον κόσμον αγάπnν αιωνίαν.
Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών
πότε παρά τον Γαγγην η άλλον ποταμόν,
και πότε εις χειμάρρους κι υπό σκιάν συκής,
ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,
κι εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά
κι εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.
Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι αι οπώραι
και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτον ελάλει,
κι εφάνησαν εμπρός του της Hδονής αι κόραι,
παγίδας να του στήσουν με τα γυμνά των κάλλη,
και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε
κι εκείνη τον εφίλει κι αύτή τον εγαργάλιζε.
Ομως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη,
στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,
και πριν στον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον έννατον
και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια του,
μ' αφρούς θυμού και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των
και άφησαν τον Βούδδα να κάθεται στα χάλια του.
Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ . .
τί άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Ν' ανθέ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;
να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι; . . .
δόξα πολλή στον Βούδδα, μα να με συγχωρήση
αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.

Κι εμπρός μου είχαν έλθει μια φορά
γυναίκες πονηραί να με τρελλάνουν,
που ήσαν σαν τα κρύα τα νερά,
και άρχισαν τα μάγια να μου κάνουν.
Εστάθησαν ολόρθαις εμπροστά μου
κι εσκόρπιζαν αρώματα και μύρα,
κι επέμεινα κι εγώ με τα σωστά μου
να δείξω σαν τον Βούδδα χαρακτήρα.
Μα μόλις είδα κάποιας λίγο πόδι
κι η άλλη τόνα χέρι ξεμανίκωσε,
ο Βούδδας μου εφάνη τότε βώδι
κι ο διάβολος μ' επήρε και με σήκωσε.

Κι αν ο Βούδδας προ των νεύρων
ηγωνίζετο την δράσιν,
μα δεν ζη κανείς ειξεύρων
ποίαν άρα είχε κράσιν.
Αλλ' αν ήτο σαν κι εμένα
τον αχρείον, τον κανάγια,
δεν θα πήγαιναν χαμένα
της αγάπης τόσα μάγια.

Η Γλώσσα

Ο κόσμος ας ενθυμηθεί
τα τρόπαια τα τόσα
κι αν σεις τροχίζετε σπαθί
εγώ τροχίζω γλώσσα

Μ' ετούτη κάθε μου παιδί
νυχθημερόν κακίζει
τους άρπαγες και τους θρασείς

η γλώσσα ξέρετε κι εσείς
πως αν δεν έχει κόκκαλα
μα κόκκαλα τσακίζει

Μ'αυτήν μιλώ μ' αυτήν λαλώ
μ' αυτήν εμπνέω πνεύματα
μ' αυτήν ανοίγω στάδια
προόδου και τιμής

Κι αν άλλοι κινητοποιούν
αρμάδες και στρατεύματα
εγώ όμως κινητοποιώ
τους γλωσσικούς μου μυς

Κοιτάξετε την γλώσσα μου
τι τρόμος σαν μιλήσω
μ' αυτήν χτυπώ μ' αυτήν νικώ
μ' αυτήν και καταπλήσσω

Σε δύση και σ' ανατολή
τη δείχνω για φοβέρα
μ' αυτήν ο γεροδιάβολος
σας παίρνει τον πατέρα

Μ' αυτήν μιλώ μ' αυτήν λαλώ
μ' αυτήν εμπνέω πνεύματα
μ' αυτήν ανοίγω στάδια
προόδου και τιμής

Κι αν άλλοι κινητοποιούν
αρμάδες και στρατεύματα
εγώ όμως κινητοποιώ
τους γλωσσικούς μου μυς


Μελοποιήθηκε από τον Χάρρυ Κλυνν το 1982.
Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε το mp3.

Ο Ρωμιός στον παράδεισο

Θεούλη μου, τι σου 'λθε να μ' αγιάσεις;
Νομίζεις πως θα μ' έμελλε καθόλου,
αν ήθελες κι εμένα να κολάσεις
και μ' έστελνες παρέα του διαβόλου;
Μ' αρέσει o Παράδεισος, αλήθεια,
χωρίς δουλειά σκοτώνω το καιρό
βλέπω Αγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ακούω και τραγούδια θεϊκά,
μα, έλα που δεν έχετε συνήθεια,
να λέτε κι ένα δυο πολιτικά!
Συ κυβερνάς για πάντα με γαλήνη
κι ώρα απ' το θρόνο σου δε πέφτεις...
Ας ήταν δυνατόν Θεός να γίνει
και άλλος σαν εσένα, λίγο ψεύτης,
να μοιρασθεί των ουρανών τ' ασκέρι,
να πάνε και μ' εκείνον οι μισοί,
να 'ρχεται αυτός, να πέφτεις Συ,
να γίνεται λιγάκι νταραβέρι...
Μα όλα εδώ είναι τακτικά,
O ουρανός Θεό εσένα ξέρει,
και δε μιλούν πολιτικά!
Εδώ που μ' ησυχία όλοι ζούνε,
για μένα είναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικά τ' αυτιά μου ας ακούνε,
κι ας είμαι και στη κόλαση, χαλάλι!
Αν είχες εις το νου να με κολάσεις,
και μ' έφερες κοντά σου για ποινή,
να! κόλαση για 'με αληθινή...
Μα, φθάνει πια, Θεέ μου, μη με σκάσεις,
και διώξε με στο λέω παστρικά,
γιατί αλλιώς στιγμή δε θα 'συχάσεις...
Μονάχος θα μιλώ πολιτικά!

Η παπαδιά

Η κυρά ενός παπά
ένα διάκο αγαπά
και πολύ μ' αυτόν τα έχει...
και ο άντρας της κοιτά
τα πολλά της χωρατά
και για τούτον πέρα βρέχει.

Επερνούσαν μια χαρά
έως ότου μια φορά
έγινε παπάς βαρβάτος
και ο διάκος, ο αφράτος.

Κι ο παπάς της ο φτωχός
διόλου δεν εφθόνησε,
και ο ίδιος μοναχός
τον εχειροτόνησε.

Τίγκι, τούγκ!... μεγάλη σχόλη.
"Άξιος!" φωνάζουν όλοι
νέοι, γέροι και παιδιά.
Μα με όλο της το νάζι
"Υπεράξιος!" φωνάζει
Τρεις φορές κι η παπαδιά.

Εις τα Θεμέλια του Φρενοκομείου

Ω Εορτή των Εορτών... Ω ευτυχής ημέρα!
Ω! τώρα πρέπει ο καθείς του Άστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μια χρυσήν επιγραφή "Ζωρζής Δρομοκαΐτης".
Ναι! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες,
Ναι! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες.

Φρενοκομείο κτίζεται και στη σοφήν Ελλάδα!
Α! ο Θεός εφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στου Δαφνιού τη τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι η μνήμη του θα ζει.
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων!
Ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων!

Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αυτός ο κληροδότης,
παιάνας κι αποθέωσιν εις τρίτους ουρανούς!...
Ευρέθη μες στους Χιώτηδες, με γνώση κι ένας Χιώτης,
κι εσκέφθη ο μεγάλος του και πρακτικός του νους
πως μέσα στην Ελλάδα μας που πλημμυρούν τα φώτα,
Φρενοκομείον έπρεπε να γίνει πρώτα-πρώτα.

Το Παραπαίον Γήρας

Τας τρίχας άσπρης κεφαλής
σκοπόν τας έχουν προσβολής
κι ειν' εμπαιγμός της μοίρας
το παραπαίον γήρας.

Όπου το πόδι μου σταθεί
και όπου περπατήσω
σιγά-σιγά μ' ακολουθεί
ο χάρος από πίσω.

Αυτό το έρημο κορμί
το τριγυρίζουν σκύλοι
και "χόρτασες κι εσύ ψωμί"
μου λεν εχθροί και φίλοι.

Ως φάσμα τρέχω της νυκτός
μακράν του δρώντος κόσμου
και όπου τάφος ανοικτός
μου φαίνεται δικός μου.

ΑΚΑΚΙΟΣ……

Μέσα στην Μονήν γυρίζω...
τι γαλήνης ατμοσφαίρα!...
τον Ακάκιον γνωρίζω,
ευτραφέστατον πατέρα.

Υψηλός και μαύρος μαύρος
βγαίνει μέσ' απ' το κελί,
έχει και λαιμό σαν ταύρος,
έχει και πυκνό μαλλί.

Όμως κάνει και λουτρά
μες σ' αρώματα και κρόκους,
και μακάριος μετρά
του κομπολογιού τους κόκκους.

Πάντα χαβιαροσαλάτες
θέλει για το δείπνο του,
και καλόγριες αφράτες
βλέπει και στον ύπνο του.

Τίποτε να μη θυμάται,
το 'χει σκέψη κι έννοια του...
τρώει , πίνει και κοιμάται
κι ευλογεί τα γένια του.

Πώς επάχυνε κι ετράφη
ο πατήρ Ακάκιος...
μοναχά που δε συγγράφει
να γενεί Βοκάκιος.

Ω! τον τρις ευλογημένο,
τον πατέρ' Ακάκιο
να τον άφηναν λυμένο
μέσα σ' έν' Αρσάκειο.

Γεωργίου Σουρή
Ο φασουλής φιλόσοφος



Σοφέ του δρόμου και κουρελιάρη,

ο λωποδύτης με το πιθάρι

κλέβει το σπίτι

του λωποδύτη,

που 'χει τ' αχούρια
και τα λαχούρια.


Κι ο λωποδύτης

ο σπιτωμένος,

όλος γλυκύτης

και μυρωμένος

με τόση χάρη

κι όπως του πρέπει

ζητεί να πάρει

και το πιθάρι,

την μόνη σκέπη

του διακονιάρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

e-Διαφήμιση