Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

AN...

AN...

Η ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΘΕΝ....

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

8 Απρ 2008

ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Φιλοπατρία και εθνική συνείδηση, τότε και σήμερα

του Σπύρου Βάιλα

Σ’ αυτή την ιερή γή που ονομάζεται Ελλάς, οι κάτοικοι της, είτε Πελασγοί ονομάζονταν, είτε Έλληνες, απ΄ τα πανάρχαια χρόνια διέθεταν ορισμένες αρετές, όπως την αγάπη για την ελευθερία, το σεβασμό προς το θείο, την αγάπη για έρευνα και μάθηση, την αγάπη για τον συνάνθρωπο και άλλες. Όλες αυτές οι αρετές ανεπτύχθησαν σταδιακά και σε συνάρτηση με την πρόοδο της πνευματικής τους εξελίξεως. Οι πρόγονοι μας όμως διέθεταν και μια άλλη αρετή την οποία καλλιέργησαν συστηματικά. Όντας αυτόχθονες και όχι επήλυδες, κάτι το οποίο όχι μόνον γνώριζαν αλλά και τόνιζαν πάντα (Ισοκράτης-Πανηγυρικός), κατείχοντο και από την αρετή της αγάπης προς τη γη τους, τον τόπο τους, την πατρίδα τους. Κατείχοντο δηλαδή απ’ την αρετή της φιλοπατρίας.

Το ότι οι πόλεις-κράτη αντιμάχωντο μεταξύ τους δεν μειώνει καθόλου την φιλοπατρία τους γιατί πατρίδα τους, ήταν η πόλις του καθενός. Ο Γοργίας βέβαια θα ψέξει τους Έλληνες λέγοντας τους «ότι τα μεν κατά βαρβάρων τρόπαια ύμνους απαιτεί, τα δε κατά των Ελλήνων θρήνους», δηλαδή ότι οι νίκες εναντίον των βαρβάρων ζητούν ύμνους, ενώ οι εναντίον των Ελλήνων, θρήνους. Βεβαίως έχοντας γνώση της κοινής καταγωγής (όμαιμον) των φύλων που κατοικούσαν στην ελληνική χερσόνησο, αλλά και στα παράλια της Μικράς Ασίας, δεν εδίστασαν να ενωθούν και να πολεμήσουν από κοινού όταν αυτό απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Η φιλοπατρία άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά και το συμφέρον των πολιτών συνδέθηκε με την ιδέα της πατρίδος. Η πατρίδα αναγορεύεται σε ύψιστον ιδανικόν. Ο αγώνας και η θυσία για το σύνολον είναι εθνικόν ιδεώδες απ’ τα ομηρικά χρόνια. «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» αναφωνεί ο Όμηρος δια στόματος του Έκτωρος στην Ιλιάδα.

Ο Έλλην πολίτης πρέπει συνειδητά να μετέχει στα κοινά και να προσβλέπει στο καλό της πατρίδος του ανεξαρτήτως της κοινωνικής ή της οικονομικής του θέσεως. Τα ατομικά συμφέροντα υποχωρούν μπροστά στο συμφέρον της πατρίδος. Η πατρίδα και οι νόμοι της ο οποίοι εξασφαλίζουν την ισότητα των πολιτών πρέπει να είναι σεβαστοί, οι δε προσταγές της πατρίδος πρέπει να εκτελούνται άνευ αντιρρήσεως. «Και σέβεσθαι δει και μάλλον υπείκειν και θωπεύειν πατρίδα χαλεπαίνουσαν ή πατέρα και ή πείθην ή ποιείν α αν κελεύη, και πάσχειν, εάν τι προστάττη παθείν, ησυχίαν άγοντα, εάν τε τύπεσθαι, εάν τε δείσθαι, εάν τε εις πόλεμον άγη τρωθησόμενον ή αποθανούμενον ποιητέον ταύτα, και το δίκαιον ούτος έχει και ουχί υπεικτέον ουδέ αναχωρητέον, ουδέ λειπτέον την τάξιν, αλλά και εν πολέμω και εν δικαστηρίω και πανταχού ποιητέον α αν κελεύη η πόλις και η πατρίς, ή πείθειν αυτήν ή το δίκαιον πέφυκε, βιάζεσθαι δ΄ ου όσιον ούτε μητέρα ούτε πατέρα, πολύ δε τούτων έτι ήττον την πατρίδα» δηλαδή ότι είναι ανάγκη να σέβεται και περισσότερο να υπακούει και να περιποιείται κανείς την πατρίδα ακόμη και όταν είναι οργισμένη παρά τον πατέρα και είτε να πείθει, είτε να κάνει όσα τον προστάξει και να υποφέρει, εάν κάτι τον προστάζει να πάθει, με ησυχία και αν καταπιέζεται και εάν φυλακίζεται και αν στο πόλεμο πάει με κίνδυνο να πληγωθεί ή να πεθάνει, πρέπει να τα κάνει αυτά και το σωστό έτσι είναι και δεν πρέπει να υποχωρεί ούτε να εγκαταλείπει τη θέση του, αλλά και στον πόλεμο και στο δικαστήριο πρέπει να κάνει όσα τον προστάξει η πόλη κι η πατρίδα, ή να πείθει, όπως το δίκαιον επιβάλλει και δεν είναι όσιο να εκβιάζει κανείς ούτε μητέρα ούτε πατέρα και πολύ λιγότερο ακόμη απ΄αυτούς, την πατρίδα. (Πλάτωνος διάλογοι - Κρίτων).

Ο σεβασμός και η ιερότητα της πατρίδος στέκονται ψηλότερα και απ’αυτόν τον Όλυμπο με τους θεούς του, η πατρίδα είναι το απόλυτο Ιερό. «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον έστι η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώπους τοις νουν έχουσι», δηλαδή και από την μητέρα και τον πατέρα και απ΄ όλους τους προγόνους πολυτιμότερη είναι η πατρίδα, πιο σεβαστή και πιο ιερή και σε μεγαλύτερη εκτίμηση από τους θεούς κι από τους ανθρώπους που έχουν μαυλό. (Πλάτωνος διάλογοι - Κρίτων).

Σημαντικότερα μέσα για την καλλιέργεια της εθνικής συνειδήσεως και της φιλοπατρίας στο λαό ήταν η ποίησης με το θέατρο, οι κοινές εθνικές γιορτές και το σχολείο. Ο Όμηρος με τα αθάνατα έπη του έγινε ο εθνικός ποιητής που πρόσφερε απλόχερα τα παραδείγματα αγάπης προς την πατρίδα, αυτοθυσίας και ηρωισμού που ήταν απαραίτητα για να σφυρηλατήσουν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων, «ως την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής» λέγει ο Πλάτων στην Πολιτεία του.

Και οι μεγάλοι μας τραγικοί ποιηταί δεν υπολοίπονται σε παραδείγματα φιλοπατρίας. Ο Αισχύλος πέρα απο την τόνωση του πατριωτισμού των θεατών με την τραγωδία του «Πέρσαι», δεικνύει σαφέστατα ότι προέχει η πατρίς, όταν τους καλεί να ελευθερώσουν πρώτα την πατρίδα. «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ΄, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων αγών».

Οι κοινές εθνικές γιορτές είτε ήταν τοπικές, όπως τα Παναθήναια, είτε ήταν θρησκευτικές, όπως οι Διονυσιακές, είτε ήταν Πανελλήνιες, όπως οι Ολυμπιακοί αγώνες πέρα απ΄ την απόδοση των οφειλωμένων τιμών προς τους θεούς και τους προγόνους σκοπό είχαν να αναπτύξουν την ενιαία εθνική συνείδηση, να προβάλουν το ιδανικό της πατρίδος και να δείξουν την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων. Τέλος στα σχολεία οι νέοι και οι νέες ελάμβαναν εθνική διαπαιδαγώγηση, καλλιεργούσαν την φιλοπατρία και το εθνικό φρόνημα έτσι ώστε οι ψυχές των νέων να ατσαλώνονται και να διαμορφώνονται σε Έλληνες πατριώτες. Έτσι γίνονται οι Θερμοπύλες που δίνουν τον τέλειο ορισμό της λέξεως φιλοπατρία, «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Αυτά είναι λίγα απ΄τα πολλά που έπρατταν οι πρόγονοι μας για να καλλιεργήσουν και να αναπτύξουν την φιλοπατρία και την εθνική συνείδηση των πολιτών.

Ας δούμε όμως περιλιπτικά τι γίνεται σήμερα. Η φιλοπατρία σήμερα στην πατρίδα μας όχι μόνον δεν καλλιεργείται απεναντίας εκείνος ο οποίος θα εκφέρει απόψεις πατριωτικές ή οτιδήποτε υποδηλώνει την αγάπη για την πατρίδα του - όπως η προστασία της γλώσσας μας ή τα δικαιώματα των Ελλήνων εντός και εκτός συνόρων - και γενικά ότι έχει να κάνει με την ευρύτερη έννοια του Ελληνισμού, τότε αμέσως θα χαρακτηρισθεί ως ακραίος ή φασίστας ή ρατσιστής και άλλα πολλά. Έτσι τον αντιλαμβάνονται τον διάλογο και την δημοκρατία οι ξενόδουλοι διεθνιστές και τα φερέφωνα τους.

Όσο δε για την εθνική συνείδηση, παρότι το Σύνταγμα μας ορίζει ρητώς οτι το κράτος δια της Παιδείας οφείλει να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση των Ελλήνων εκεί τα πράγματα είναι τραγικά. Η εθνική συνείδηση αντί να καλλιεργείται στους νέους βρίσκεται υπό διωγμόν. Μόνον οι ραγιάδες κι οι προσκυνημένοι έχουν θέση και προωθούνται μέσα από την Παγκοσμιοποίηση γιατί ο πολίτης με εθνική παιδεία είναι εμπόδιο. Πολύ δε περισσότερο αποτελεί εμπόδιο ο Έλληνας πολίτης που έχει αναπτυγμένη εθνική συνείδηση και καλλιεργημένη φιλοπατρία, γιατί μεταφέρει μέσα του ιστορία πολλών χιλιάδων ετών.

Παρήγορο όμως είναι ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρήται μια αντιστροφή του παραπάνω κλίματος και αυτό οφείλεται σε διάφορους φορείς ιδιωτικής και μόνο πρωτοβουλίας. Ο Έλληνας αποκτά και πάλι την εθνική του αυτογνωσία και χαλυβδώνει την εθνική του συνείδηση. Εξάλλου ο ήλιος πάντα θα ανατέλλει και θα φωτίζει το νου και την καρδιά των ανθρώπων.

 

Ο Θούριος του Ρήγα Φερραίου

RIGAS

Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,

μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;

Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,

να φεύγωμ' απ' τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;

Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,

τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;

Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;

στοχάσου πως σε ψένουν, καθ' ώραν στην φωτιά.

Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς

ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,

κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.

Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής

Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδείς.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,

σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.

Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,

ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,

να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.

Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν

να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να ' ν ' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,

και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.

Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,

να ζούμε σαν θηρία, είν' πιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν

ας πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,

στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.

Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,

εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,

για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός.

Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,

αχώριστος για να 'μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο ουρανός,

και να με κατακόψει, να γένω σαν καπνός.

Σ' ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,

για την πατρίδα όλοι, να 'χωμεν μια καρδιά.

Στην πίστην του καθ' ένας, ελεύθερος να ζει,

στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,

Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,

πως είμαστ' αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

Όσοι απ' την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά

στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθει τώρα πια.

Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν

Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλες ανοιχτές,

τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.

Ως ποτ' οφικιάλιος, σε ξένους Βασιλείς;

έλα να γένεις στύλος, δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθεί

ή να κρεμάσει φούντα, για ξένον στο σπαθί.

Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πια εχθροί,

αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,

εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.

Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά

ως πότε στες σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,

κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.

Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,

και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σα θεριά.

Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,

με τα άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανεί,

Το αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν,

μικροί μεγάλοι ομώστε, τυράννου τον χαμόν.

Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,

ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννεί.

Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,

χωθείτε στο μπογάζι, μ' εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,

σαν αστραπή χυθείτε, χτυπάτε τον εχθρόν.

Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,

καιρός είν' της πατρίδος, ν' ακούστε την λαλιά.

Κι όσ' είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,

οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.

Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γενείτε ένα κορμί,

κατά της τυραννίας, ριχθείτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,

ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;

τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,

με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.

Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,

Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματα σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν

γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.

Γκιουρντζή πια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,

τον Προύσια να μοιάσεις, έχεις την αφορμήν.

Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς

πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανείς.

Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να σηκωθείς,

στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθείς.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,

δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.

Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανεί,

για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,

χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθεί.

Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,

να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,

και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.

Ποτέ μη στοχαστείτε, πως είναι δυνατός,

καρδιοχτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί,

πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.

Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεστε νεκροί;

ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,

για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.

Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξουμε για μια

τα άρματα, και να βγούμεν απ' την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,

και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.

Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός,

και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλυτώσει, απ' αύτην την πληγή,

κ' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.

RIGAS1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

e-Διαφήμιση