Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

Γι' αυτό γεννήθηκες ΕΛΛΗΝΑ !

AN...

AN...

Η ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΘΕΝ....

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

18 Ιουλ 2007

Η Πράξη όρθια σαν αλεξικέραυνο


Θανάσης Τριαρίδης


Η Πράξη όρθια σαν αλεξικέραυνο

Για την δράση του «Οδυσσέα» -
μια έμπρακτη προσπάθεια αλληλεγγυης στους μετανάστες





Κάθε φορά που σκέφτομαι την τραγική μας πολιτική απορία (ή, έστω, τη δική μου πολιτική ανημποριά), θυμάμαι δυο (πλαϊνά) ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη – ίσως γιατί μου μεταδίδουν, περισσότερο από κάθε άλλο της λογοτεχνίας μας, το σπάραγμα ενός πολιτικού μοραλισμού που επιμένει ακόμη κι όταν το έδαφος κάτι από τα πόδια σου έχει χαθεί. Το πρώτο είναι το Μιλώ – εκείνο με τους ψαράδες π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του. Αντιγράφω το δεύτερο - είναι το τέταρτο στη σειρά ποίημα (από τα μόλις πέντε συνολικά) της συλλογής Η συνέχεια – 2:


ΟΤΑΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑ

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Κάρφωναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα που να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαϊου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμη με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές, με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά από τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν την βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμη
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και τα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στα άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και τα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμόσφαιρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας
Τον χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δεν φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ – αντάξια του δράματος
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελλού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση μιας νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τα άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες.

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.


9η Θερμιδώρ 1955


Σκέφτομαι αυτό το ποίημα με όσες από τις συνδηλώσεις του μπορώ να ακολουθήσω: δεν ξέρω τι ήταν ο Ηλίας, η Κλαίρη, ο Ραούλ, κάτι υποψιάζομαι για την οδό Αιγύπτου και για την «Αλκινόη», ξέρω ωστόσο τι ήτανε η 3η Μαϊου του 1808 – κι έχω δει τον πίνακα του Γκόγια όπου το (γαλλικό) εκτελεστικό απόσπασμα ανοίγει πυρ σε εκείνον τον ισπανό με τα ανοιχτό πουκάμισο. Ξέρω ακόμη για τους διακόσιους του Χαϊδαρίου που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944’ ανάμεσά τους και κάποιος που αρνήθηκε να εξαιρεθεί από την εκτέλεση παρόλο που του το πρότεινε ο Γερμανός Διοικητής: ήταν ο Ναπολέων Σουκατζίδης – για όσους έχει σημασία το όνομά του, ακόμη.

Σκέφτομαι τι ξέρω για τον ίδιο τον Αναγνωστάκη: κάπου προς το τέλος του Εμφυλίου το έκτακτο Στρατοδικείο τον καταδίκασε σε θάνατο ως μέλος του ΚΚΕ – και ο Αναγνωστάκης στη δίκη του αρνήθηκε να πει πως είχε διαγραφεί από το κόμμα έξι μήνες νωρίτερα – γιατί άραγε; Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε’ μα ο Αναγνωστάκης έζησε για μήνες στη φυλακή περιμένοντας το πρωινό της εκτέλεσης. Ήταν τότε που έγραψε τον πρώιμο Επίλογό του: Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι / Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν / Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε πια / Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι…

Σκέφτομαι βέβαια και την 9η Θερμιδώρ: ήταν το τέλος της μεγαλύτερης πολιτικής τραγωδίας της Δύσης – κάτι σαν μήτρα που αναπαράγει τις υπαρκτές τραγωδίες των μεταγενέστερων ουτοπιών. Στο πρόσωπο του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου η Ιστορία συγκέντρωσε όλες εκείνες τις αρχαίες ορμές που ορίζουν την τραγική ανθρώπινη μοίρα: η παράφορη πίστη στην αρετή έγινε κτηνωδία, η εμμονή στην ελευθερία του Ρουσώ έγινε φραξιονισμός, η ιδέα κατέληξε εργαλείο θανάτου. Κι όλα αυτά, επειδή λησμονήθηκαν οι αρχαίοι ελληνικοί κανόνες: οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν την αρετή τους καθολική αλήθεια.

Ωστόσο οι άνθρωποι πράττουν – ή, καθώς θυμάμαι το εφηβικό σύνθημα, πλάστηκαν για να πράττουν, να αγαπούν και να πεθαίνουν. Δεν ξέρω ποιος έρωτας μπορεί να φλόγιζε την καρδιά του κάτωχρου Μαξιμιλιανού, ωστόσο από το παρανάλωμά του έμεινε η πράξη: είναι η ίδια του η τραγωδία που κορυφώθηκε έλαβε χώρα από την 8η Αυγούστου του 1792 μέχρι την 9η Θερμιδώρ του 1794. Ο Αναγνωστάκης, και μια ολόκληρη γενιά, γύρεψαν φλογισμένοι αυτήν την πράξη, ως Αλήθεια που επέμεναν να την γράφουνε με Α κεφαλαίο. Ωστόσο, μετά τον πόλεμο που δεν τέλειωσεν ποτέ, μετά τον Εμφύλιο, μετά την δική του καταδίκη, μετά τον διπλό θάνατο του Νίκου Πλουμπίδη, το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει. Τότε ο Αναγνωστάκης θέλησε να αναμετρηθεί με το αδιέξοδο - και ψηλαφώντας τη νέα μύηση, γύρεψε μια σταθερά, ένα σημείο: όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο. Κι από κάτω ακριβώς η κρίσιμη ημερομηνία: 9η Θερμιδώρ 1955.

Βεβαίως η σημασία των λέξεων, το βάρος τω νοημάτων, η επικαιρότητά τους, όλα αυτά είναι πράγματα σχετικά. Ζούμε σε μικρόψυχους καιρούς, α-νόητους και απονενοημένους – κι ας επιμένουν οι ποιητές πως πάντοτε ήσαν μικρόψυχοι οι καιροί των ανθρώπων. Μισόν αιώνα μετά το ποίημα του Αναγνωστάκη, έχουμε πια διαλέξει μόνοι μας τον φασισμό μας’ τα γεγονότα και οι δράσεις μας είναι ό,τι χωράει στην μικρή σύντομη απολυμασμένη είδηση της τηλεόρασης, αύριο στο SMS του κινητού: ω ναι, μια εποχή οθόνη πάκμαν με τρωκτικές συναινέσεις, τρωκτικές επιθυμίες, τρωκτικές τροπολογίες και τρωκτικές ανάγκες: η ενάτη Θερμιδώρ είναι μια πια αλαμπουρνέζικη, ελιτίστική κουβέντα. Έχουμε διαλέξει μόνοι μας τον φασισμό μας – γίναμε αυτοί που στήνονται για να δοξάσουν την αιωνιότητα των αρχηγών τους, να ουρλιάξουν για τους σημερινούς ή αυριανούς παντοτινούς πρωθυπουργούς τους, να διαχειριστούν ετσιθελικά την ερημιά των ανθρώπων, να επιβάλουν τα γλυκά ψεματάκια του μέλλοντός τους’ σε αυτόν τον κόσμο τι σημασία μπορεί να έχει η πράξη του Ναπολέοντα Σουκατζίδη; τι σημασία μπορεί να έχει σε ποιανού τον λαιμό έπεσε το λεπίδι της γκιλοτίνας εκείνη την ενάτη Θερμιδώρ του 1794;

Μα γιατί τα γράφω όλα αυτά; σίγουρα όχι να μιλήσω για τα συνέδρια του «Νέου ΠΑΣΟΚ», της «Νέας Δημοκρατίας», για τους σοφούς και ένδοξους αρχηγούς, για τους τηλεοπτικούς εμπόρους του προσώπου τους – δεν θα χαλάλιζα μιαν αναφορά στον Σουκατζίδη ή ένα ποίημα του Αναγνωστάκη για τόση φτήνια και τόση ιδιοτέλεια. Γράφω τούτες τις σκέψεις, για να γυρέψω πρόσκαιρες απαντήσεις σε μάταιες ερωτήσεις’ ας πούμε: στον καιρό της δημόσιας ρητορείας και της ιδιωτικής ιστορίας, τι μπορούμε να λογαριάσουμε για Πράξη – ή, έστω, πράξη με μικρό πι; Κι ακόμη: ποια πράξη, μέσα στην ανάγκη της καθημερινής βιοπάλης, μπορεί να σταθεί όρθια σαν αλεξικέραυνο.

Ο Ουγκώ έγραφε υπέροχα μυθιστορήματα και υπέροχους προλόγους σε τούτα τα μυθιστορήματα. Στον πρόλογο της Παναγίας των Παρισίων ο αφηγητής διαβάζει χαραγμένη στον τοίχο της Νοτρ Νταμ την κρίσιμη ελληνική λέξη: ΑΝΑΓΚΗ. Τρεις δεκαετίες αργότερα στον πρόλογο των Αθλίων μιλάει ξανά για τούτη την ανάγκη: «όσο υπάρχει η εξαθλίωση του άντρα από την ανέχεια, το κατρακύλισμα της γυναίκας από την πείνα, η καχεξία του παιδιού από το νυχτέρι, με δυο λόγια όσο υπάρχει κοινωνική ασφυξία που καταδικάζει τους ανθρώπους σε φτώχεια και αμάθεια, βιβλία σαν κι αυτό ίσως να μην είναι ανώφελα». Τα μυθιστορήματα του Ουγκό δεν είναι τίποτε άλλο από την σπαρακτική λαχτάρα των ανθρώπων να μετουσιώσουν την ζωή τους σε πράξη: ο Κουασιμόδος, ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ενζολωράς, ο Γαβριάς, ο γέρο Μαμπέφ μα και ο Κλοντ Φρόλο και ο Ιαβέρης, ψαύουν, ο καθένας με τον τρόπο του, αυτήν την πράξη, αποφασίζοντας με ποιους θα παν και ποιους θα αφήσουν. Αλλιώς: αποφασίζουν για το διακύβευμα του καιρού τους.

Δεν θα πω, βέβαια, πως στους δικούς μας καιρούς το διακύβευμα του Ουγκώ δεν ισχύει: η ανάγκη και η κοινωνική ασφυξία που καταδικάζει τους ανθρώπους σε φτώχεια και αμάθεια είναι παρούσες – όμως, σε ένα σημαντικό ποσοστό του, το πεδίο τους έχει μετατοπιστεί. Το γέρμα του σύντομου εικοστού αιώνα σημαδεύτηκε από μιαν καινούρια υπερχείλιση της Ιστορίας: είναι οι πεινασμένοι της Ανατολής και του Νότου – αυτοί που έρχονται μετανάστες στον Βορρά και στη Δύση. Αυτό θαρρώ πως είναι το νέο μεγάλο διακύβευμα του καιρού μας. Ο Γκίντερ Γκρας στον λόγο της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1999, το φώναξε καθαρά: κανένα φρούριο δεν θα αντέξει τις καραβιές των πεινασμένων.

Κι όμως: αυτοί οι πεινασμένοι θα μας σώσουν – η Ιστορία πάντοτε σώζονταν από τους μετανάστες. Οι υπέρμαχοι της συρματοφραγμένης Ευρώπης, οι αγανακτισμένοι πολίτες της Νέας Μηχανιώνας, οι δημοτικές αρχές της Θέρμης, οι περίλαμπροι δημοσιογράφοι της τηλεοπτικής απανθρωπιάς ας σκεφτούν (ή ας διαβάσουν) το πώς έγιναν οι μεγάλοι πολιτισμοί του ανθρώπου: οι εξαθλιωμένοι που έρχονται από την θάλασσα, από τα ποτάμια, από τα δάση, θα ξαναγεννήσουν την Ευρώπη, όπως το κάμανε πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια. Όσοι γράφουν ( σε εφημερίδες, βιβλία, περιοδικά, ομιλίες) τη λέξη «λαθρομετανάστες» υβρίζουν, πολλοί άθελά τους, τον ίδιο τους τον εαυτό: η μετανάστευση είναι μια ιστορική ανάγκη, όπως η πείνα και η δίψα είναι βιολογικές ανάγκες, όπως η ελευθερία είναι κοινωνική ανάγκη. Η λέξη «λαθρομετανάστης» είναι μια σφαίρα και συνάμα ένα ολέθριο ψέμα – σαν να λέμε «λαθροδιψασμένος» ή κάτι ανάλογο. Ω ναι, να μία πράξη στους καιρούς μας, είτε θεολογικά, είτε πολιτικά την δει κανείς: να ζήσουμε μαζί με αυτούς που θα έρθουν – να μοιραστούμε μαζί τους όνειρα, ελπίδες, χαρά, λύπη, αγωνίες κι αγάπη – πώς όμως;

Να σκεφτούμε τι είναι πράξη – πιο σωστά, τι μπορεί να γίνει πράξη. Το ερώτημα μπορεί να απλωθεί: πράξη (συχνά ελεγχόμενη ως προς την αλήθεια της) μπορούν να γίνουν και τα λόγια – το να μιλά κανείς για την απελπισία ή για την ελπίδα αυτών που έρχονται, λογαριάζοντάς την σημαντικότερη από την δική του παρωνυχίδα. Πράξη είναι πάντοτε η τέχνη: μιλάω για την τέχνη που ανταμώνει την ελπίδα των πεινασμένων με τις ιστορίες μας, τις παραβολές μας, τις προσευχές μας. Δεν μιλώ για στρατευμένη τέχνη – μιλώ για την ανάγκη’ κι όπως ο Ουγκώ έβαλε στο κέντρο του κόσμου του τους απελπισμένους του καιρού του, δεν είναι λίγοι οι δημιουργοί που στα τελευταία είκοσι χρόνια (ανεξάρτητα από το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα) βάζουν στο κέντρο της δουλειάς τους εκείνους που κουβαλάν απάνω τους τα σύνορά τους. Θα μείνω στην Ελλάδα (και κάνω μονάχα έναν πρόχειρο ερανισμό): ο Θόδωρός Αγγελόπουλος ήταν ο πρώτος που σχεδόν προφητικά κατέγραψε στις ταινίες του με ένταση και επιμονή όλους εκείνους που έρχονται από την θάλασσα – κι αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Κι ακόμη: ο εξαιρετικός Σωτήρης Δημητρίου, ο Τηλέμαχος Κωτσιάς και αρκετοί άλλοι στη λογοτεχνία, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και ο Σωτήρης Γκόριτσας στον κινηματογράφο, η Μάρω Δούκα στο θέατρο, ο Κυριάκος Κατζουράκης στη ζωγραφική - και όχι μόνο (ο Κατζουράκης είναι που σκηνοθέτησε και το πολύπλευρα μυθοποιητικό ντοκιμαντέρ Ο Δρόμος προς τη Δύση, που παίζεται στους κινηματογράφους τούτες τις μέρες’ ένα, κατά την άποψή μου, μουγγό όσο και σπαρακτικό αριστούργημα της εποχής μας - και όχι μόνο για τα ελλαδικά πλαίσια).

Ωστόσο: πέρα από τα λόγια (που συχνά τα παίρνει ο άνεμος), πέρα από την τέχνη, πράξη είναι και το μοίρασμα: το μοίρασμα του χρόνου, της αγωνίας και της ελπίδας. Πράξη είναι να δίνεις αίμα για έναν άρρωστο που δεν γνωρίζεις, να γιατρεύεις έναν πληγωμένο που δεν σε πληρώνει, να υπερασπίζεσαι έναν αδικημένο δίχως να περιμένεις αμοιβή, να δίνεις το λιανό υστέρημα της ζωής σου για να μάθεις γράμματα σε έναν μετανάστη (ή σε δυο χιλιάδες) γυρεύοντας κοντά του (κοντά τους) πίστη και ελπίδα. Για μια τέτοια πράξη (που κατέληξε και σε ένα βιβλίο), γράφω τούτο το σημείωμα’ κι από μια τέτοια πράξη νομίζω πως δικαιώνεται η προηγούμενη αναφορά μου στον Σουκατζίδη και στο ποίημα του Αναγνωστάκη – μα αυτό είναι τελικός λογαριασμός του αναγνώστη.

Ο «Οδυσσέας» είναι ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο εθελοντών της Θεσσαλονίκης με στόχο τον αλφαβητισμό (: τον γραμματισμό, όπως οι ίδιοι επιλέγουν να τον λένε) των μεταναστών που ζουν στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Η γέννηση του έγινε σε μια συνδικαλιστική εκδήλωση του Δεκεμβρίου του 1997, όταν ο εκπαιδευτικός Δημήτρης Τζούμας πρότεινε την δημιουργία ενός σχολείου για μετανάστες από εθελοντές δασκάλους και καθηγητές. Μερικοί μετανάστες που συμμετείχαν στην εκδήλωση, δήλωσαν συμμετοχή, και σύντομα άρχισε το πρώτο τμήμα με δέκα μαθητές. Έξι μήνες αργότερα οι μαθητές είχαν γίνει εξήντα πέντε και οι καθηγητές τρεις (μαζί με τον Δημήτρη Τζούμα, δίδαξαν ο Δημήτρης Καπέτης και ο Αντώνης Τρακάδας). Την επόμενη χρονιά οι εκπαιδευτικοί έγιναν οχτώ κι οι μαθητές ξεπέρασαν τους εκατό. Μοιάζει με κινηματογραφική ταινία μα έτσι έγινε – ο σπόρος είχε βγάλει ρίζες και βλαστό.

Οι στόχοι του Σχολείου του «Οδυσσέα» (που απέκτησε το όνομα αυτό και την νομική του μορφή το 2000) ήσαν από την αρχή συγκεκριμένος: ο γραμματισμός των μεταναστών στην ελληνική γλώσσα μέσα από μια διαδικασία κοινωνικής συνειδητοποίησης που θα τους έκανε να ξεπεράσουν εθνικιστικές και άλλες ομαδοποιήσεις. Οι μαθητές του απο την αρχή ήσαν μοιρασμένοι: περίπου οι μισοί από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, περίπου 30% Αλβανοί και ένα 20% Βαλκάνιοι, Κούρδοι κι Άραβες – μα την τελευταία χρονιά η αναλογία αυτήμεταξύ ρωσόφωνων και Αλβανών αντιστράφηκε. Σύντομα επιλέχτηκαν τα μεικτά τμήματα μαθητών και η διεύρυνση του πυρήνα των καθηγητών. Σήμερα, στον έβδομο χρόνο της λειτουργίας του «Οδυσσέα» στις εθελοντικές δράσεις του έχουν συμμετάσχει περίπου σαρανταπέντε εθελοντές, εκπαιδευτικοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία. Αντίστοιχα από το Σχολείο του «Οδυσσέα» έχουν περάσει περίπου 2000 μετανάστες – ενήλικες στο συντριπτικό τους ποσοστό. Από το 1999, καθώς τα μαθήματα στεγάζονται πλέον σταθερά στο Μακεδονικό Ινστιτούτο Εργασίας (πάντοτε στη Θεσσαλονίκη), η προσέλευση των μαθητών φτάνει σταθερά τους τριακόσιους τον χρόνο – κι αρκετοί από αυτούς έχουν για στόχο το πιστοποιητικό ελληνομάθειας που δίδεται κατόπιν εξετάσεων από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Οι μαθητές του «Οδυσσέα» κατατάσσονται ανάλογα με τις γνώσεις τους σε ένα από τα τρία στάδια (δηλαδή κάτι σαν τάξεις): οι μαθητές του πρώτου σταδίου συνήθως δεν ξέρουν παρά λίγες λέξεις στα ελληνικά. Ο στόχος είναι τελειώνοντας το τρίτο στάδιο να μπορούν να δώσουν τις εξετάσεις ελληνομάθειας – δηλαδή: να έχει ολοκληρωθεί ο γραμματισμός τους. Ήδη μέχρι σήμερα, κι όσο κι αν φαίνεται εξωπραγματικό, περίπου πενήντα από τους μαθητές του «Οδυσσέα» έχουν πάρει το Πιστοποιητικό Ελληνομάθειας – αρκετοί από αυτούς σπουδάζουν στα Πανεπιστήμια. Κι ακόμη από τους 2000 που πέρασαν από το Σχολείο, περίπου 800 παρακολούθησαν με πληρότητα τα μαθήματα. Ο κύριος λόγος της ανώμαλης φοίτησης των υπολοίπων ήταν εργασιακός: η δουλειά σε μιαν άλλη πόλη. Μα η ουσία, πέρα από τα αυτονόητα προβλήματα, είναι τούτη: πως στη Θεσσαλονίκη, χάρη στον εθελοντικο μόχθο μιας μη θεσμικής ομάδας λειτουργεί ένα σχολείο γραμματισμού για τους αναλφάβητους μετανάστες – το μοναδικό στην πόλη. Και δεν είναι σύμπτωση: μη θεσμικές ομάδες έχει φτιάξει και τα αντίστοιχα σχολεία της Αθήνας και του Ρεθύμνου: είναι τα «Πίσω Θρανία» του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα και το «Στέκι Μεταναστών» αντίστοιχα.

Ωστόσο, πέρα από ιδεολογία και διάθεση προσφοράς, τα γεγονότα δείχνουν πως οι εθελοντές του «Οδυσσέα» εμφορούνται και από εξαιρετική σοβαρότητα – πράγμα γενικότερα ασυνήθιστο στα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα. Η αυστηρή επιλογή των δασκάλων που μπορούν να διδάξουν σε ένα τέτοιο σχολείο είναι χαρακτηριστική. Ακόμη χαρακτηριστικότερη είναι η προσπάθεια (με τον υποστήριξη και του λέκτορα του Α.Π.Θ. Γιώργου Γρόλλιου) να εφαρμοστούν οι παιδαγωγικές θεωρίες του Πάολο Φρέιρε για τον γραμματισμό και την συνειδητοποίηση – μια προσπάθεια που ευοδώθηκε την χρονιά 2001-2002 με αποτέλεσμα το βιβλίο στο οποίο θα αναφερθώ αμέσως παρακάτω. Ταυτόχρονα: από το 2001 λειτουργεί η θεατρική ομάδα (που ήδη έχει ανεβάσει Ευγένιο Τριβιζά και Ιάκωβο Καμπανέλη), ενώ υπάρχει και εθελοντική νομική κάλυψη για θέματα πράσινης κάρτας και αδειών παραμονής. Μα τα σχέδια του «Οδυσσέα» δεν σταματούν σε αυτά: ο στόχος είναι να εκδοθούν ειδικά εγχειρίδια γραμματισμού που θα ανανεώνονται, ενώ σε δυο αίθουσες του Α.Π.Θ. που ήδη έχουν παραχωρηθεί από την Κοσμητεία του Παιδαγωγικού Τμήματος να δημιουργηθεί ένα Στέκι των Μεταναστών (όπου μπορούν να γίνονται συζητήσεις, εκδηλώσεις, προβολές ταινιών και να εγκατασταθεί δανειστική βιβλιοθήκη). Και το πιο εντυπωσιακό (και ήδη πραγματωμένο): από την φετινή χρονιά, τον ίδιο καιρό που το Υπουργείο Παιδείας (εν όψη εκλογών) διαφημίζει τον εαυτό του με διάφορα κοινοτικά κονδύλια, ο μη θεσμικός «Οδυσσέας» στα τρία στάδια γραμματισμού των μεταναστών πρόσθεσε κι ένα τέταρτο: εκεί διδάσκεται στους ήδη γραμματισμένους μετανάστες αρχαία τραγωδία και λογοτεχνία – ναι, σε ένα σχολείο εθελοντών.

Όλα αυτά είναι πάρα πολλά – και πάρα πολύ σημαντικά. Φυσιολογικά, λοιπόν, αγνοήθηκαν από την τηλεοπτική μας δημοκρατία.

Δεν είμαι παιδαγωγός – δεν έχω καμία παρόμοια ειδίκευση’ διαβάζω το βιβλίο Γραμματισμός και συνειδητοποίηση, (Γ. Γρόλιος, Ρ. Καρανταϊδου, Δ. Κορομπόκης, Χ. Κοτίνης, Τ. Λιάμπας, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003, σελίδες liii + 200)
με όρους περισσότερο συγκινησιακούς (ενδεχομένως και λογοτεχνικούς) – σίγουρα όχι με όρους επιστημονικούς τους οποίους και αγνοώ. Το βιβλίο χωρίζεται σε μια εκτενή Εισαγωγή (όπου περιγράφεται το εγχείρημα του «Οδυσσέα» και η ιδέα να εφαρμοστούν οι παιδαγωγικές θεωρίες του Πάολο Φρέιρε σε ένα σχολείο μεταναστών) και δύο Μέρη (στο εκτενέστερο πρώτο γίνεται η έρευνα του θεματικού σύμπαντος του μετανάστη, ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η διδασκαλία τριών παραγωγικών θεμάτων). Και βέβαια, για να γίνουν κάπως πιο κατανοητά όλα αυτά, είναι απαραίτητα δυο λόγια για τον Φρέιρε – άραγε πόσοι εκπαιδευτικοί (δεν ρωτώ καν πόσοι πολίτες) γνωρίζουν στην Ελλάδα σήμερα ποιος ήταν και τι έκανε;

Ο βραζιλιάνος Πάολο Φρέιρε (1921-1997) είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρύλος της παιδαγωγικής του μεταπολεμικού κόσμου. Η θεωρία του ξεκινάει από έναν αυτοδιαχειριστικό μαρξισμό, μπολιάζεται ωστόσο σημαντικά από τους χριστιανούς κουνωνικούς διανοητές του καθολικισμού και ιδίως τον Μπερνανός. Το πιλοτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του για τον γραμματισμό στη Βραζιλία στα χρόνια 1962-1964 (τον καιρό εκείνο ο αναλφαβτισμός στη χώρα αυτή έφτανε το 70%) ήταν μια παγκόσμια παιδαγωγική πρωτοπορία: ο δάσκαλος δεν μεταφέρει στον αναλφάβητο την δική του αλάθητη αλήθεια, μα την συνδιαμορφώνει μαζί του, μέσα από πέντε φάσεις όπου διερευνάται ο κοινωνικός και πολιτισμικός κόσμος του αναλφάβητου, οι λέξεις του, οι αξίες του, οι ελπίδες και οι σημασίες του. Μέσα από αυτό το υλικό περνάει η εκπαιδευτική πράξη όπου η γραφή και η ανάγνωση κατακτιούνται μέσα απότους κύκλους της κουλτούρας. Ο Φρέιρε μετά την εξαιρετική επιτυχία του πιλοτικού του προγράμματος στην πόλη Angicos, ανέλαβε τον σχεδιασμό του Εθνικού Προγράμματος για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού – το οποίο ωστόσο δεν εφαρμόστηκε ποτέ λόγω του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1964. Ο Φρέιρε φυλακίσηκε και στη συνέχεια εξορίστηκε για δεκαέξι χρόνια στις Η.Π.Α. – εκεί έγραψε και το πιο γνωστό από τα βιβλία του, την Αγωγή του καταπιεζομένου, που φυσικά αποτελεί τομή στη θεωρία της σύγχρονης παιδαγωγικής. Από το 1989 μέχρι το 1991 ανέλαβε την θέση του γενικού γραμματέα παιδείας (δηλαδή: κάτι σαν υπουργός) για την πόλη του Σαν Πάολο, όπου και εφάρμοσε την θεωρία της καταγραφής του θεματικού σύμπαντος του αναλφάβητου ως προϋπόθεση του γραμματισμού.

Ο Φρέιρε δεν είδε ποτέ την παιδαγωγική πράξη ως τεχνική μα ως ζωντανό κομμάτι της ζωής και της ιστορίας. Γι αυτόν η εκπαίδευση είναι πρακτική ελευθερίας (αυτός, εξάλλου, είναι ο τίτλος ενός άλλου διάσημου βιβλίου του) – ο καταπιεσμένος πρέπει να συνειδητοποιήσει τον κόσμο του για να γραμματιστεί, δηλαδή να χειραφετηθεί, να γίνει υποκείμενο του μέλλοντος του. Ενδεικτικό της κρίσιμης οπτικής του Φρέιρε είναι ότι αρνήθηκε σθεναρά τον μύθο που, μοιραία, δημιουργήθηκε γύρω από την παιδαγωγική του πρόταση, ζητώντας πάντοτε να δουν τα βιβλία του όχι ως παιδαγωγικά ευαγγέλια μα ως προτάσεις άρρηκτα δεμένες με την ιστορία και με την κοινωνική ανάγκη (να, λοιπόν, που ο Ουγκώ επανέρχεται). Φυσικά η Δύση (κι αυτό τονίζεται καίρια στην Εισαγωγή του βιβλίου) θέλησε να τον δει ως ένα ακτιβιστή του αλφαβητισμού – κι ως εκεί. Ωστόσο: η παιδευτική χειραφέτηση που πρότεινε ο Φρέιρε ήταν κάτι πολύ περισσότερο από έναν συμπονετικό αλφαβητισμό των φτωχών και κατατρεγμένων – ο Φρέιρε οραματιζόταν και ζητούσε τον γραμματισμό ως ένα εργαλείο κοινωνικής συμμετοχής, ως ένα μοχλό πολιτικής πράξης και ανατροπής.

Το βιβλίο των Εκδόσεων Μεταίχμιο περιγράφει την εξαιρετικά προσεκτική, όσο και καινοτόμα προσπάθεια του Σχολείου του «Οδυσσέα» και των πέντε συγγραφέων του να εφαρμόσουν την μέθοδο του Φρέιρε στους αναλφάβητους μετανάστες της Θεσσαλονίκης. Καθώς οι μετανάστες δεν προέρχονται από ίδιες χώρες, είναι πραγματικά συναρπαστικός όσο και επίπονος ο τρόπος που αρθρώνεται το θεματικό σύμπαν των τριάντα μαθητών (που συμμετείχαν στην έρευνα) στις 120 σελίδες του πρώτου μέρους: οι οπτικές γωνίες τους για τις αιτίες της μετανάστευσης, την προσαρμογή σε μια ξένη χώρα, την καθημερινότητά τους, την ταυτότητά τους, τις οικογενειακές σχέσεις, την ψυχαγωγία, την εκπαίδευση περνάν μέσα από τις σελίδες ως σπαράγματα λόγου, σκέψεων, προσδοκιών και ελπίδων. Ο μη παιδαγωγός μέσα από τις εκατοντάδες καταγραφές μπορεί να διαβάσει αυτό το πρώτο Μέρος σαν ένα καλειδοσκοπικό αφήγημα για τον κόσμο και τα όνειρα των μεταναστών (κάτι σαν το πρόσφατο Τους τα λέει ο Θεός του Σωτήρη Δημητρίου) – και συνάμα να καταλάβει πως μπορείς να ζήσεις μαζί με τον άλλον όταν τον ακούσεις, προτού του δώσεις ό,τι λογαριάζεις για δική σου αλήθεια.

Είναι, στα αλήθεια, πολύ ελπιδοφόρα η ανάγνωση του δεύτερου μέρους –εκεί όπου επιλέγονται και αναπτύσσονται τα παραγωγικά θέματα του γραμματισμού αρθρωμένα με άξονα μια πρώτη επιλογή κειμένων. Ελπιδοφόρα όχι μόνο γιατί βλέπει κανείς, έστω και στο πρώτο επίπεδό της, να δομείται η κοινή γλώσσα των γραμματισμένων πια μεταναστών, μα γιατί νιώθει κανείς στις καταγραφές τους να έχουν επίγνωση της ζωής τους, να την τοποθετούν σε σχέση με την ανθρώπινη περιπέτεια: Αντιγράφω μία μόνο καταγραφή: «Εγώ ένα βιβλίο μπορώ να γράψω τώρα, αλλά πονάει, δεν μπορώ να το γράψω…» (Γιάρα, Βοσνία). Δεν ξέρω αν το όνομα Γιάρα είναι αντρικό ή γυναικείο, νομίζω όμως ότι αυτό το βιβλίο το έχει γράψει – ή τουλάχιστον το έχει αρχίσει.

Μια φράση του Γκράμσι από τα Τετράδια της Φυλακής κλείνει την Εισαγωγή - και θαρρώ πως μπορεί να διαβαστεί ως συμπλήρωμα του βιβλίου μα και της τόσο γόνιμης δουλειάς του Σχολείου του «Οδυσσέα»: «Να δημιουργούμε μια νέα κουλτούρα δεν σημαίνει μονάχα να πραγματοποιούμε ατομικές πρωτότυπες ανακαλύψεις, σημαίνει ακόμη ακριβώς να διαδίδουμε κριτικά ήδη ανακαλυμμένες αλήθειες, να τις κοινωνικοποιούμε, όπως θα λέγαμε, και συνεπώς να τις καθιστούμε βάση για πράξεις ζωτικές, στοιχείο συντονισμού και στοιχείο διανοητικής και ηθικής τάξης».

Προσπαθώ να σκεφτώ το κίνητρο των εθελοντών του «Οδυσσέα» - το γιατί όλα αυτά, τον καιρό που άλλοι ομήλικοί τους φτιάχνουν καριέρες δοξάζοντας σοφούς αρχηγούς και φενακισμένες ψευτιές. Δυστυχώς είναι κάμποσες οι πληγωμένες λέξεις των καιρών μας’ η λέξη «εθελοντής» έχει πυροβοληθεί κι έχει ματώσει κάμποσο τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι σαρανταπέντε άνθρωποι που πέρασαν την τελευταία εφταετία από τον «Οδυσσέα» ήσαν όλοι εθελοντές – αληθινοί εθελοντές και όχι έμμισθοι ή αποζημιούμενοι όπως συνήθως συμβαίνει σε κυβερνητικές και μη οργανώσεις ή διαφόρους πανεπιστημιακούς διαχειριστές ευρωπαϊκών προγραμμάτων (δεν έχω, φυσικά, πρόβλημα με τους αμοιβόμενους συνεργάτες – κάθε άλλο’ έχω πρόβλημα όταν οι αμοιβόμενοι συνεργάτες παρουσιάζονται ως «εθελοντές»). Οι πραγματικοί εθελοντές του «Οδυσσέα» πέρα από τις εκατοντάδες ώρες της διδασκαλίας, πέρα από τις ατέλειωτες ώρες για την διοικητική οργάνωση και λειτουργία της ομάδας, ήσαν επί χρόνια οι ίδιοι και οι μοναδικοί χρηματοδότες της εθελοντικής προσφοράς τους (με συνδρομή 30 ευρώ τον χρόνο). Τα 3.000 Ευρώ που δόθηκαν από το Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης το 2002 και τα 10.000 Ευρώ που δόθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού το 2003 ως ενίσχυση (προφανώς συμβολική - και ελάχιστη μπροστά στο παραγόμενο έργο) διατέθηκαν σε αγορά εκπαιδευτικού υλικού και βιβλίων καθώς και τη δημιουργία υποδομών της θεατρικής ομάδας. Κι όλα αυτά για ανθρώπους εργαζόμενους, στην πλειοψηφία τους με οικογένειες και παιδιά, που εδώ και εφτά χρόνια δόθηκαν σε μια αυτοδιαχειριζόμενη δράση μακριά από εντολείς, καπελώματα, καριέρες και εξαγορές. Όλα αυτά είναι η αθόρυβη μετουσίωση των λόγων σε πράξη’ έτσι το βλέπω. Κάποιος άλλος μπορεί να πει πως τέτοιες πράξεις είναι η νέα αριστερά’ μα δεν είναι τυχαίο πως οι εθελοντές του «Οδυσσέα», παρά το ότι η γέννηση της προσπάθειάς τους έλαβε χώρα σε μια συνδικαλιστική εκδήλωση συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, παρά την ενδεχομένως και δηλωμένη πολιτική τοποθέτηση των περισσοτέρων από αυτούς, σε όλες τις γραπτές αυτοσυστάσεις του Σχολείου κρατούνε την προσπάθειά τους μακριά από ταμπέλες – κι αυτό δεν είναι αποπολιτίκ στάση, μα, αντιθέτως, είναι η πλέον συνεπής μορφή ενός πολιτικού μοραλισμού: μια δράση αυτοτροφοδουτούμενη, που δίνει η ίδια νόημα στον εαυτό της, που δεν γυρεύει (ενώ κανένας δεν θα της το αρνούνταν) το ταχτάρισμά της από το κόμμα, από τον χώρο, από την αγκαλιά της αριστεράς.

Μα τι θα πει αριστερά, λοιπόν; Μια εκδοχή είναι να θυμηθεί κανείς το πού κάθισαν ποιοι στην Γαλλική Εθνοσυνέλευση – μια άλλη να θυμηθεί την Ιστορία. Αυτή η αριστερά γέννησε οράματα, ελπίδες κι αγώνες μα γέννησε και κάμποσους μεγαλοφονιάδες – και δεν μιλάω μόνο για τον Πολ Ποτ και για τον Μάο και για τον Στάλιν, μιλάω και για την Κροστάνδη και για την εξόντωση των Κουλάκων το 1921, δηλαδή μιλάω για τους Λένιν και Τρότσκι, διότι, όπως είπα και προηγουμένως, η τραγωδία της 9ης Θερμιδώρ αναγγέλλει τις επόμενες. Ωστόσο, τα σύμβολα είναι (και ήταν πάντοτε) πολύ μικρότερα από την ανθρώπινη πράξη που μένει όρθια σαν αλεξικέραυνο: οι εργάτες των οδοφραγμάτων του Παρισιού στα 1848, οι Κομμουνάροι που εκτελέστηκαν στον τοίχο του Περ Λε Σεζ στα 1871, οι εργάτες του Σικάγο στα 1896, οι αναρχικοί της ΠΟΥΜ στη Μαδρίτη και την Καταλούνια, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο Κώστας Περίκος, η Ιουλία Μπίμπα, η Λέλα Καραγιάννη, η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, ο Αλέκος Παναγούλης, ο Σπύρος Μουστακλής ο Σάκης Καράγιωργας, αμέτρητοι άλλοι που τους περισσότερους τους αγνοώ, όλοι αυτοί και όλα αυτά είναι πράξεις, απροσμέτρητα μεγαλειώδεις, ακατανόητες από τους διαλεκτικούς υλισμούς, μανιασμένα ανερμήνευτες γι αυτό και βαθύτατα αναξαγόραστες, πάντοτε πυρωμένες παρά τους παγετώνες των εποχών. Μα δεν είναι δίχως συνέχεια: πράξη (αλλιώτικης έντασης μα πάντοτε σημαντική) είναι και η στάση ζωής των ανθρώπων που επιμένουν με συνέπεια για μια ολόκληρη ζωή να σφυροκοπούνε στο ίδιο αμόνι των ανθρώπινων αξιών’ είναι μια μικρή μειοψηφία μα δεν είναι λίγοι, ζουν ταπεινά ανάμεσά μας, στην ίδια πόλη, στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες γωνίες, δίχως το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει, πάντοτε όρθιοι και συχνά μόνοι, μέσα στη φοβερή ερημία του πλήθους. Σε τούτο το αλλόκοτο κομποσκοίνι έρχεται και η πράξη ετούτων των αθόρυβων εθελοντών, όλων των πραγματικών εθελοντών: η απόφαση στον σύντομο χρόνο της ζωής, να μοιραστούν κάτι με τους απελπισμένους, κάτι ενδεχομένως μάταιο, ενδεχομένως μικρό, μα σίγουρα δώρο ασημένιο ποίημα, αχάλαστο στις αγοραπωλησίες και στα λόγια του ανέμου.

Για αυτό είμαι χαρούμενος που υπάρχουν οι εθελοντές δάσκαλοι του «Οδυσσέα», με τον ίδιο τρόπο που είμαι χαρούμενος που υπάρχουν τα «Πίσω Θρανία», οι εθελοντές δάσκαλοι των μεταναστών και των τσιγγάνων, οι εθελοντές των Αντιρατσιστικών Πρωτοβουλιών, οι εθελοντές γιατροί των ανασφάλιστων, οι εθελοντές δικηγόροι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι εθελοντές αιμοδότες των αρρώστων - είμαι χαρούμενος γιατί μπορώ να πω στα παιδιά μου πως υπάρχουν και σήμερα κάποιοι που, αγνοημένοι από τους δημεγέρτες, από τους δημαγωγούς, από τους επίδοξους παντογνώστες, από τους επικοινωνιακούς ταγούς, από τους πατριδοκάπηλους αρχιεπισκόπους, από τους συναινετικούς σοφούς, από όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι, ψαύουν κάτι που είναι πολύ περισσότερο από μια λεκτική αντίσταση, φτιάχνουν κάτι που είναι πράξη. Μπορεί ένας πληρωμένος αρθρογράφος ή ένας ακόμη ακριβότερος διανοούμενος του New Age κρατώντας στα χέρια του το μικρόφωνο ενός μεγάλου καναλιού, πατώντας σε ένα περίλαμπρο βήμα να τους περιγελάσει ή να ξεμπερδέψει μαζί τους κάνοντας λόγο για μειοψηφικές ομάδες και συμπεριφορές που βρίσκονται έξω από την εξέλιξη των πραγμάτων. Μα ο χρόνος κρίνει καλύτερα από τους επ’ αμοιβή κριτές και τους επ’ αμοιβή δημοσκόπους: κι αυτός ο χρόνος θα δείξει ποιοι κράτησαν εντέλει όρθιο το αλεξικέραυνο τη νύχτα της μεγάλης καταιγίδας τότε που μούγκριζε ο ουρανός, κι έτρεμαν τα τζάμια των σφαλισμένων σπιτιών μας.


(Δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 7-2-2004.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

ΠΟΙΟΥΣ ΛΥΠΑΜΑΙ....

e-Διαφήμιση